ΚΕΙΜΕΝΑ

Η φάμπρικα – Διήγημα του Δημήτρη Βλαχοπάνου [ανέκδοτο/1η δημοσίευση]

Είχαμε έναν γείτονα παλιά στο χωριό. Δεύτερο ξάδερφο του πατέρα μας. Τον ανοικονόμητο Πελοπίδα, που του κοτσάρανε τα παιδιά το παραγκώμι Πέλοψ, γιατί τους είπαν κάποιοι γραμματιζούμενοι πως μοιάζει μ’ αυτόν τον αρχαίο ήρωα, που άμα έβαζε κάτι στο νου του, δε λογάριαζε θεούς, νόμους, δίκαιο και τέτοια. Και τους ταίριαξε κιόλας στην προφορά το δισύλλαβο παραγκώμι. Πέλοψ!


Μεγάλωσε μέσα στην αθλιότητα και στη φτώχια. Ορφανός από πατέρα και μάνα, μ’ έναν αδερφό και τρεις αδερφές, φύλαγε πρόβατα και γελάδια, ρούχα ποτέ του δεν άλλαζε, ζεστό ψωμί στο στόμα ποτέ του δεν έβαλε, νηστικός μέρες και νύχτες, ξεγελούσε την πείνα του με γκόρτσα, βατόμουρα, μανιτάρια και λάχανα, που αφθονούσαν στη φύση, δεν ήξερε τι πάει να πει πόλη, τι είναι ο πολιτισμός, πώς ζουν οι άνθρωποι αλλού… Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού και στη στέρηση ο Πελοπίδας, επί το αρχαιότερον Πέλοψ.

Σαν έγινε δεκαοχτώ χρονών, για να προλάβουν τυχόν ακραίες εξελίξεις οι συγγενείς του, του προξένεψαν την Ουρανία. Αλλιώτικοι χαρακτήρες. Ορφανή από πατέρα και μάνα κι εκείνη, με δυο μικρότερα αδέρφια στον κόσμο, φτωχή και κακόμοιρη, αχαμνούλα, μια μπουκιά άνθρωπος, έκανε θελήματα για ένα κομμάτι ψωμί, άλλος την έδιωχνε από δω, άλλος τη χούγιαζε από κει, μια τιμωρία η ζωή της, την έδωσαν στον Πελοπίδα γυναίκα, έτσι από ανάγκη και έθιμο, κι εναπόθεσαν στο θεό τις ελπίδες τους να στήσουν ένα καλύβι και να κάνουν παιδιά. Κι η τιμωρία της δεν λάβαινε τέλος. Μάλλον συνέχιζε το δρόμο που χάραξε η μοίρα της.


Δεν άλλαξε, λοιπόν, τίποτε! Έσπερνε ο Πέλοψ, γεννοβόλαγε η Ουρανία, δεν προλάβαινε να χρονιάσει το ένα παιδί κι έσκαγε μύτη το άλλο, η φαμίλια μεγάλωνε, τέσσερα τα κορίτσια κι ένα το αγόρι, πατέρας και μάνα ίσον εφτά νοματαίοι στο καλύβι, το γάλα δεν έφτανε, τα καλαμπόκια τους λίγα, το κρέας αδοκίμαστο, τα ρούχα δε χώραγαν άλλα μπαλώματα πάνω τους, μεγάλωναν τα παιδιά, γκρίνιαζε η Ουρανία, που πάνω της πέφτανε οι ευθύνες και οι έγνοιες, δεν άντεχε άλλο να νιώθει την πείνα, την ταπείνωση και τη στέρηση των παιδιών της, με τι να χορτάσουν την πείνα τους, με τι το κορμί να ζεστάνουν, άνοιξε ο δρόμος για τη Γερμανία και του ’γινε εκείνη τσιμπούρι, άλλο που δεν ήθελε εκείνος, ετοίμασε τα χαρτιά του, πέρασε απ’ τους γιατρούς, εκρίθη αρτιμελής, υγιής και κατάλληλος δι’ εργασίαν εις Γερμανίαν, μπήκαν οι υπογραφές και μπήκε κι αυτός μαζί με τρεις τέσσερις χωριανούς του στο λεωφορείο με πρώτο σταθμό την Αθήνα.


Κι ανέβηκε μια μέρα μπονόρα στο τρένο εξπρές Αθήνα – Μόναχο! Χάθηκε το μάτι του να μετράει τα βαγόνια που περίμεναν στις γραμμές με τις μηχανές αναμμένες και χτύπαγε αλλιώτικα η καρδιά του καθώς χώθηκε μέσα η παρέα κι έψαχνε να ’βρει κουπέ για ν’ αράξει και να βολέψει κάπου τα φτωχά της μπαγκάζια. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή τους που αντίκρισαν τρένο και ταξίδευαν πάνω σ’ αυτό ανακατωμένοι με περίεργες φάτσες, που ξεσπιτώθηκαν όπως κι αυτοί μπας και δουν άσπρη μέρα στα ξένα. Κλεισμένος στη σιωπή του ο καθένας, συλλογιζόταν τι άφηνε πίσω του και τι θα ’βρισκε μπρος του. Χόρευαν οι σιδερένιοι τροχοί πάνω στις ράγες και χόρευε κι η δική τους ψυχή μες σε μια τρικυμία που φάνταζε σαν όνειρο άλλοτε κι άλλοτε σαν αλήθεια.


Μόνον ο Πέλοψ δεν το ’βαζε κάτω. Σαν πέρασε η πρώτη δύσκολη μέρα και πέρασε το τρένο τα σύνορα διασχίζοντας στη Γιουγκοσλαβία, πέρασε κι αυτός τα βαγόνια κι έψαχνε να βρει γυναικεία συντροφιά, λες κι ήταν αυτός ο σκοπός του κι όχι η δουλειά και το μεροκάματο. Και την έπεφτε όπου του γυάλιζε κάποια στο μάτι, μη λογαριάζοντας αν ταξιδεύει μαζί της ο άντρας της, ο αδερφός της ή κάποιος συγγενής τέλος πάντων. Μα έπεσε πάνω σε ζόρικους Γιουγκοσλάβους, που βάλθηκαν να τον λιντσάρουν και να τον πετάξουν έξω απ’ το τρένο. Τον αναζήτησαν οι δικοί του, συνεννοήθηκαν όπως να ’ναι, παρακάλεσαν, είπαν, τον γλίτωσαν.


Πιάσανε όλοι μαζί ένα σπίτι σε μια προπολεμική οικοδομή. Τι στο χωριό τους, τι και στο Μόναχο! Μια κοινή τουαλέτα για κάπου δέκα δωμάτια, μια κουζίνα ό,τι να ’ναι, φαγωμένα πατώματα, κλεισμάρα, η ψυχή τους μια μαύρη σελίδα. Τους έλειπαν τα ζεστά φαγητά τού χωριού τους, τους έλειπε η γυναίκα, ο καφές… μα τους έλειπε πιο πολύ το ούζο. Πουθενά στη Γερμανία αυτό το αγαθό. Έψαξαν, ρώτησαν, ζήτησαν, τίποτε! Και τους ήρθε η ιδέα και αγοράσανε οινόπνευμα, που το βάζανε να βράσει στο μπρίκι, για να φύγει η σπιρτάδα του, να μαλακώσει και να γίνει κάπως σαν ούζο. Και τους έκαιγε μεν τα συκώτια, κάλμαρε δε την ψυχή τους.


Έδειξε στην αρχή διαγωγή ο Πελοπίδας. Και μπήκε, με πόνο και κόπο, στη νέα του φάση, που απαιτούσε πειθαρχία και συνέπεια. Κι αυτά ήταν άγνωστε λέξεις για κείνον. Μα δεν μπορούσε κι αλλιώς, ήθελε ο δόλιος το χρόνο του! Κι έστελνε στην Ουρανία τα εμβάσματα για να χορτάσει ψωμί τα παιδιά της και να μπαλώσει καμιά τρύπα στην ετοιμόρροπη, σαραβαλιασμένη ζωή της. Και μια φορά το χρόνο, καλοκαίρι καιρό, κατέβαινε με άδεια στο χωριό. Ποιο χωριό; Ύπνο το πρωί σπίτι και στα καφενεία το απόγευμα ως αργά τα μεσάνυχτα. Ποτό και πάρλα. Κι όσο προχώραγε η νύχτα και θόλωνε το μυαλό απ’ το πιοτό, τόσο ζωήρευαν οι φωνές κι οι βρισιές, ανακατωμένες με ελληνικά και γερμανικά στην τραυλή εκφορά τους. Άσωτος κι αδιόρθωτος. Πέλοψ ο ρεμπεσκές!


Μα ήταν νοικοκυρά η Ουρανία κι έβαζε στην άκρη τα μάρκα που λάβαινε επιταγές, αλλά και τα χιλιάρικα δραχμές που τραβούσε απ’ την τσέπη του τα βράδια που γύριζε σκνίπα, σίγουρη ούσα πως θα τα ’τρωγε στα καφενεία την άλλη μέρα η μαρμάγκα! Και σε δυο τρία χρόνια στήθηκε το καινούργιο τους σπίτι με τα τρία υπνοδωμάτια. Το καλυβάκι το κράτησε για μαγείρεμα, έφτιαξε και το φούρνο της μέσα σ’ αυτό, αγόραζε και καινούργια στα παιδιά ρούχα, το ’παιρνε πάνω της η ζωή, με όλες τις ιδιομορφίες τού χαρακτήρα του και τις ακραίες του πράξεις.


Γιατί καθώς περνούσε ο καιρός, ξεσάλωνε ο Πέλοψ στη Γερμανία, βρίσκοντας τον πραγματικό του εαυτό και λογαριασμό σε κανέναν δεν έδινε. Όμως ευτυχώς αγαπούσε το χρήμα και κυνηγούσε δουλειές που το αβγάταιναν, κανονίζοντας επί πληρωμή και γυναίκες ακόμα για τίποτα χαϊβάνια, που διψούσε το κορμί τους για σεξ, μα στείρο το πνεύμα τους σκόνταφτε κι η γλώσσα τους στόμωνε, όσο κι αν πίεζε η ανάγκη να βρούνε δυο λέξεις και να πουν εκείνο που το σώμα τους γύρευε. Και τη λύση τούς τη σέρβιρε ο Πέλοψ. Με το αζημίωτο…

Κι άλλαξε συνήθειες ο Πέλοψ. Κι άλλαζε και δουλειές και πόστα και φάμπρικες. Κι έκανε φάμπρικα τώρα το νταβατζηλίκι και κονόμαγε διπλά και τριπλά μεροκάματα, γράφοντας στα παλιά του παπούτσια τους… ανάλγητους νόμους και τα σκληρά ωράρια εργασίας της γερμανικής βιομηχανίας, που ανθούσε ανεβαίνοντας χάρη στη δουλειά και στον ίδρωτα του φτωχού μετανάστη.


Κι έκανε σχέσεις συνάμα ο Πέλοψ με ωραίες γερμανίδες, χωρίς ταμπού και φοβίες μπρος στο πάθος τού έρωτα και στη γλύκα του σεξ. Και περνούσε μαζί τους χουζούρι κοντεύοντας να ξεχάσει την έρμη Ουρανία με τα πέντε παιδιά, που περιμένανε από κείνον να ζήσουν. Κι είναι αλήθεια πως μέσα στη ντόλτσε βίτα του αυτή γνώρισε πώς είναι η γυναίκα και τι πάει να πει ελεύθερο σεξ κι όχι σεξ για να φέρει στον κόσμο παιδιά!


Κι άραξε, ύστερα από σκαμπανεβάσματα και μανούβρες, στην αγκαλιά και στο σπίτι της ξανθιάς Ούρσουλας. Τον γούσταρε εκείνη, γιατί τον βρήκε άξεστο και βουκολικό, αρρενωπό και μεσογειακό, άντρα ερωτικό στο κρεβάτι, αλλά εξίσου ερωτικό και χωρίς το κρεβάτι, νταή και κιμπάρης έξω στον κόσμο, στη μπιραρία, στο καφέ, στο ταξίδι. Και δέθηκε μαζί του. Κι εκείνος μαζί της.


Και το καλοκαίρι την κουβάλησε στο χωριό! Τον ακολούθησε ασμένως εκείνη, πάντα είχε όνειρο να περάσει μερικές μέρες σ’ ένα χωριό της Ελλάδας, του δήλωσε πανευτυχής, κανένα πρόβλημα που ο Πέλοψ είχε παιδιά και γυναίκα, ξεπερασμένα πράγματα αυτά, αλλιώς η Ευρώπη κι αλλιώς η Ελλάδα, που εξακολουθεί να κρατά ακόμα κάτι απ’ την Ανατολή. Τα χάσανε οι χωριανοί του, οι συγγενείς του, οι φίλοι του, οι γείτονες… Μα πιο πολύ η Ουρανία. Και τα παιδιά του, ωσαύτως, αν και λόγω ηλικίας δεν καταλάβαιναν και πολλά κι ούτε τους έπεφτε λόγος.


Την πήγε άνετος μουσαφίρισσα σπίτι, αγκάλιασε την Ουρανία η Ούρσουλα και τη φίλησε σταυρωτά, αγκάλιασε τα παιδιά ένα ένα και τους έδωσε δώρα, έφερε δώρο χρυσό μενταγιόν και στην Ουρανία, στρώσε το διπλό κρεβάτι, της παρήγγειλε ο Πέλοψ, έβγαλε απ’ την κασέλα εκείνη άσπρα σεντόνια, μαξιλαροθήκες πλυμένες και σιδερωμένες, σκούπισε και σφουγγάρισε το δωμάτιο, καθάρισε τζάμια, κομοδίνο, ταβάνι, δεν έμεινε πουθενά σκόνη και αράχνη, έστρωσε τα σεντόνια η Ουρανία και το βράδυ ξάπλωσε ο Πέλοψ στα πούπουλα με την Ούρσουλα κι εκείνη το ’πιασε στο καλύβι της με το φούρνο στο πλάι της και πλάγιασε μόνη όπως και τις προηγούμενες νύχτες στ’ αχυρένιο της στρώμα.


Κι αυτό επαναλήφτηκε και την άλλη μέρα κι όλες τις μέρες, ώσπου έφτασε η ώρα του αποχωρισμού, την αγκάλιασε εκ νέου η Ούρσουλα και φιλώντας την από δω κι από κει την ευχαρίστησε από καρδιάς για όλη την περιποίηση που της πρόσφερε, την κάλεσε μέσω του Πέλοπος να τη φιλοξενήσει στη Γερμανία, την κοιτούσε περίεργα με τα χέρια στη μέση η Ουρανία, δεν της έφταιγε τίποτα η γυναίκα, καμώματα ήταν του άντρα της, μα δεν είχε δικαίωμα, έτσι έμαθε κι έτσι έγραψε, της είπανε, η μοίρα της, δεν της έβγαινε –και δεν ήξερε η δόλια– να πει κι αυτή δυο κουβέντες και να βάλει το πράγμα στη θέση του.


Την ξανάφερε κι άλλα καλοκαίρια ο Πέλοψ την Ούρσουλα στο χωριό. Και μαζεύονταν κάποια μαγκόπαιδα στην παρέα του προσδοκώντας να μεθύσει γρήγορα εκείνος και να πάρουν αυτά τώρα σειρά, χώνοντας την Ούρσουλα σε κανένα μπαξέ για τα περαιτέρω. Τόσο μυαλό! Και μερικά κοκορεύονταν κιόλας πως κάτι φάγανε απ’ τα κάλλη της ξανθιάς γερμανίδας! Μπαρούφες!
Δυο δεκαετίες μετά επέστρεψε για πάντα στο χωριό ο Πελοπίδας. Αρκετά τσιλημπούρδισε και βάραινε η ψυχή του από παραπτώματα κι αμαρτίες. Έριξε άγκυρα κι έδεσε στο πτωχό πλην τίμιο χωριό του! Χωρίς την Ούρσουλα, φυσικά. Έκανε εκείνη το κέφι της, πήρε ό,τι γύρευε από κείνον, μπεζέρισε κι έψαξε για νέες περιπέτειες. Επέστρεψε ο Πελοπίδας πλήρης και φίνος. Το κέφι του έκανε μαζί της κι εκείνος. Πάντρεψε τις κοπέλες του, σπούδασε το αγόρι του, χάρηκε τα εγγόνια του, ξαναμάζεψε κάμποσα πρόβατα και βολεύτηκε με τα λίγα και σίγουρα στο χωριό του.


Μα έφυγε νωρίς για το μεγάλο ταξίδι. Τον φάγανε οι ασωτίες! Κι έμεινε στη μοναξιά της ξανά η Ουρανία. Μα τώρα πιο μόνη. Τα παιδιά της φευγάτα. Και το σπίτι της έρημο. Όταν είχε τα παιδιά της, δεν είχε σπίτι• και τώρα που έχει σπίτι, δεν έχει τα παιδιά της. Ώσπου έκλεισε και για κείνην ο κύκλος και έκλεισε τα μάτια της ήσυχα, ειρηνικά κι ανεπαίσθητα.


Πού να βρίσκονται τώρα; Σίγουρα στον φωτεινό παράδεισο τ’ ουρανού η στερημένη και καρτερική σαν τον Ιώβ Ουρανία. Και στα τάρταρα σίγουρα της σκοτεινής μαύρης κόλασης ο πληθωρικός Πέλοψ… Στη ζωή χώρια. Και στο θάνατο χώρια… Παιδιά της τύχης! Και της κακής μοίρας!

Κλασσικό

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s