ΚΕΙΜΕΝΑ

Κοινωνικά και εργασιακά δεδομένα, γεωγραφικός καταμερισμός της μετανάστευσης

Κείμενο: ΛΙΝΑ ΒΕΝΤΟΥΡΑ [«Έλληνες στη Διασπορά», Μετανάστες στη Δυτική Γερμανία, σ. 140-141]


Στην πλειονότητά τους οι Έλληνες που μετανάστευαν προς τη βορειοδυτική Ευρώπη ήταν νέοι. Κατά το διάστημα 1955-1977, η μέση ηλικία των μεταναστών ήταν 25-32ετών. Στην αρχή μετακινήθηκαν περισσότεροι άγαμοι άνδρες ή έγγαμοι χωρίς τις οικογένειές τους. Η δυσαναλογία ανδρών-γυναικών, η οποία οφειλόταν αφενός στον καταμερισμό εργασίας κατά φύλο και αφετέρου στο είδος της εργασίας, για την οποία προορίζονταν ή στην οποία είχαν πρόσβαση οι ξένοι εργάτες, ήταν ιδιαίτερα αισθητή στην ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση. Σταδιακά όμως, λόγω της παράτασης του χρόνου διαμονής των αρχικών μεταναστών, αλλά και της ανάγκης να υπάρξουν δύο μισθοί για την επίτευξη του κύριου μεταναστευτικού στόχου, δηλαδή της αποταμίευσης, άρχισαν να προστίθενται και έγγαμες μετανάστριες.

Έτσι, ενώ το 1961 η αναλογία των φύλων στην ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση ήταν 82 άνδρες στους 100 μετανάστες, το 1965-1970 το ποσοστό των ανδρών είχε μειωθεί στους 55 ανά 100 μετανάστες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 αυξήθηκε και η αυτόνομη μετανάστευση γυναικών για εργασία. Το 1972, στο σύνολο των Ελληνίδων που μετανάστευσαν στη Δυτική Γερμανία, το 85% εργαζόταν, είτε είχε παιδιά είτε όχι. Σταδιακά αυξήθηκε και ο αριθμός των παιδιών (ώς 14 ετών), που μετακινούνταν προς τη χώρα υποδοχής. Η αυξανόμενη μετακίνηση των συζύγων και των παιδιών των με ταναστών οφείλεται και στη χαλάρωση των περιορισμών στο δικαίωμα της οικογενειακής επανασύνδεσης. Γερμανικές έρευνες έδειξαν ότι το 84% των μεταναστών στη Γερμανία το 1972 ήταν οικογενειάρχες και μόνο 16% είχαν την οικογένειά τους στην Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε και ο αριθμός των μικτών γάμων: ήδη το 1978 το ένα τρίτο
των Ελλήνων, που παντρεύτηκαν εκείνη τη χρονιά στη Δυτική Γερμανία, είχαν διαλέξει γερμανίδα σύζυγο, ενώ το ένα τέταρτο των Ελληνίδων είχαν παντρευτεί Γερμανό. Αντίθε τα την ίδια εποχή ήταν πολύ σπάνιοι οι γάμοι με αλλοδαπούς άλλης εθνικότητας.


Στη Δυτική Γερμανία σημειώνεται μια διαχρονικά σταθερή υψηλή γεωγραφική συγκέντρωση των Ελλήνων στα αστικά κέντρα των βιομηχανικών περιοχών στο νοτιοδυτικό τμήμα της Γερμανίας, όπου ζουν τα τρία τέταρτα των Ελλήνων. Στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας κατοικεί το 31%-33% των Ελλήνων, στη Βάδη-Βιρτεμβέργη το 23-25% και στη Βαυαρία το 18-20% (οι υπόλοιποι ζουν στην Έσση και σε άλλα κρατίδια). Η συγκέντρωση των Ελλήνων στις περιοχές αυτές σχετίζεται άμεσα με το πολύ υψηλό ποσοστό (83% το 1969) που απασχολούνταν στη μεταποίηση, και κυρίως στη βαριά βιομηχανία. Οι περισσότεροι Έλληνες που εργάζονταν στο δευτερογενή τομέα ήταν συγκεντρωμένοι σε τρεις βασικούς κλάδους: τη μεταλλουργία, την αυτοκινητοβιομηχανία και τη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών. Είναι ενδεικτικό ότι το 1969 η σιδηρομεταλλοβιομηχανία απορροφούσε το 42% των Ελλήνων μεταναστών.


Το 1981 η κατανομή των ελλήνων μεταναστών κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας δεν παρουσίασε μεγάλες διαφοροποιήσεις: μεταποίηση 74,3%, παροχή υπηρεσιών 13,6%, εμπόριο 4,6%. Οι μετανάστες που κλήθηκαν να εργαστούν στη Δυτική Γερμανία ήταν ανειδίκευτοι. Αμείβονταν με τους χαμηλούς μισθούς, που προβλέπονταν από τις συλλογικές συμβάσεις γι’ αυτή την κατηγορία εργαζομένων. Έτσι, παρά τη μακρόχρονη παραμονή τους οι Έλληνες εργάτες δεν παρουσίασαν αξιοσημείωτη κοινωνική κινητικότητα, τα εισοδήματά τους διατηρήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ σημαντικό ποσοστό (18,5% το 1998) έμεινε άνεργο. Από την άλλη, όμως, πλευρά, η οικονομική σταθερότητα και η ευμάρεια της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, οι κατακτήσεις των συνδικάτων της και η ασφάλεια που παρείχαν οι παροχές του κράτους πρόνοιας, σε συνάρτηση με την ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας και την εργατική τάξη της, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις σημαντικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των ελλήνων εργατών. Το 1994 το ποσοστό των Ελλήνων που εξακολουθούσαν να εργάζονται στη μεταποίηση, είχε μειωθεί στο 53%. Επαγγελματική κινητικότητα όμως είχε σημειωθεί αποκλειστικά από τη μισθωτή εργασία προς την αυτοαπασχόληση (εστιατόρια, λιανεμπόριο, ταξί κ.λπ.). Μολονότι
αρκετοί μετακινήθηκαν προς την αυτοαπασχόληση, η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα στη Γερμανία είναι πενιχρή, με εξαίρεση τον τομέα των εστιατορίων, καθώς και τις επιχειρήσεις γουνοποιίας ή γουνεμπορίας στην περιοχή της Φραγκφούρτης. Σταδιακά, ωστόσο, η συνταξιοδότηση των αρχικών μεταναστών και η εγκατάσταση νέων μετά το 1988 αλλάζει τη σύνθεση του ελληνικού εργατικού δυναμικού, αυξάνοντας το ποσοστό των απασχολούμενων πτυχιούχων.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s