Ελπίζω το γράμμα μου, όταν το παραδώσει ο ταχυδρόμος στα χέρια σου, να σας βρει όλους καλά. Εσένα, τον Δημητρό, και τα δύο πολυαγαπημένα ανίψια μου, τον Αποστόλη και τη Μαρίτσα μας. Άραγε η Μαρίτσα αρχίνισε το σχολείο; Πααίνει χωρίς κλάματα ή αποζητά ακόμα την αγκαλιά σου; Έτσι είναι τα παιδιά, Άννα. Αποζητούν πάντα τη μυρωδιά της αγκαλιάς της μάνας.

Η μάνα μας πώς είναι; Θυμάμαι τότε που πήγα στο κατώι να την αποχαιρετήσω. Το βλέμμα της κενό, άδειο. Σαν να μου έλεγε «εγώ θα πεθάνω και συ θα είσαι στα ξένα μακριά». Κάθε φορά που αρχινώ να σε ρωτάω για τη μάνα σκέφτομαι το κακό. Τη βλέπω πολύ συχνά και στο όνειρό μου. Όλο παράπονα είναι. Και νουθεσίες! «Έλα μάνα της είπα, δώσε μου το χέρι σου να στο φιλήσω. Ήρθε ο Αντώνης με την κούρσα και θα με πάει στο σταθμό του τρένου». Τα σκέφτομαι όλα αυτά και δένεται κόμπος η καρδιά μου. Με πνίγουν τα δάκρυα αδελφή μου. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Ο Θόδωρος δουλεύει ακόμη στο ανθρακωρυχείο. Πέντε χρόνια είπε και ύστερα θα πήγαινε να δουλέψει εργάτης σε εργοστάσιο. Ένα σωρό εργοστάσια… Όλα εδώ τριγύρω είναι. Άλλα φτιάχνουν καλώδια, άλλα σωλήνες, άλλα κονσερβοκούτια. Του είπανε πως μόλις περάσει η πενταετία θα μπορούσε να πάει να δουλέψει σε εστιατόριο στην πρωτεύουσα. Έχουνε πάει πολλοί εκεί… Είναι μια μεγάλη πλατεία, γεμάτη ανάκτορα και παλάτια. Γκραν Πλας τη λένε. Κάποια φορά θα σου στείλω καρτ-ποστάλ να τη δεις. Παλάτια με μαρμαρένια αγάλματα, ψηλά παράθυρα και πόρτες.

Όμως αδελφή μου σήμερα έχουμε μπει πια στον όγδοο χρόνο και ακόμη ο Θόδωρος μέσα στο κάρβουνο είναι. Φοβάμαι για κείνον. Φοβάμαι για την υγεία του. Ολημερίς αναπνέει καρβουνόσκονη. Δουλεύει στα 500 μέτρα βάθος, στο σκοτάδι, στην υγρασία και στη σκόνη. Φεύγει νύχτα και γυρίζει νύχτα. Τρέμει το φυλλοκάρδι μου μέχρι να τον ακούσω στις σκάλες, μέχρι να ακούσω να γυρίζει το κλειδί στην πόρτα. Σχεδόν κάθε εβδομάδα πεθαίνει κάποιος εκεί μέσα. Κι αυτοί που καταφέρνουν να ξεφύγουν, νομίζεις πως ζούνε για πολύ; Το κάρβουνο τους κατατρώει τα σωθικά. Όμως ο Θόδωρος είναι καλός και υπομονετικός, όπως τον ξέρεις. Δεν μιλάει πολύ και κάθε φορά βρίσκει τρόπο και με καθησυχάζει. Ο Θόδωρος είναι άγιος άνθρωπος. Το τι τραβάει η ψυχούλα του ένας θεός το ξέρει. Αλλά δεν βγάζει μιλιά, υποφέρει με έναν πόνο βουβό και βαρύ. Είναι δικός μου άνθρωπος και τον ξέρω, τον καταλαβαίνω εγώ. Όσο κι αν προσπαθεί να με ξεγελάσει. Ξέρω ότι κατεβαίνει στα έγκατα της γης, ξέρω ότι η δουλειά αυτή είναι μαρτύριο. Μακάρι να του δώσουν το χαρτί και να μπορέσει να φύγει. Δεν ξέρω γιατί τον κρατούν ακόμη αλυσοδεμένο. Δεν ξέρω τι σύμβαση έχει υπογράψει. Δεν μου λέει, καταλαβαίνεις… Και εγώ, στην κατάστασή του δεν θέλω να τον πιέζω. Περιμένω να τελειώσει ο χειμώνας και τότε μπορεί να του δώσουν το χαρτί και να φύγει. Ίσως πέρα την άνοιξη.

Εγώ αδελφή μου δουλεύω ακόμη στο πλυντήριο. Έρχονται, πλένουν τα ρούχα τους, κι όποιος θέλει, μου τα δίνει και του τα σιδερώνω. Τα βάζω στη σακούλα του, έτοιμα, μοσχοβολιστά και φρεσκοσιδερωμένα. Ζούνε πολλοί εργάτες εδώ. Τ’ αφήνουν αποβραδίς στη νυχτερινή βάρδια και τα παίρνουν την επομένη, όταν σχολάνε. Οι περισσότεροι εργάτες ζούνε μόνοι τους εδώ. Προσπαθούν να μαζέψουν λεφτά στα πέντε χρόνια και ύστερα να φύγουν. Είτε να πάνε αλλού να δουλέψουν είτε να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα. Μια φορά τη βδομάδα θα φέρουν τα ρούχα τους στο πλυντήριο. Οι Ιταλοί περισσότεροι και λιγότερο οι δικοί μας θα τ’ αφήσουν και για σιδέρωμα. Οι Τούρκοι είναι αλλιώς. Μια φορά στο τόσο να τ’ αφήσει κάποιος να του τα σιδερώσω. Γράφει η κοπέλα της νυχτερινής βάρδιας στο χαρτάκι που το καρφιτσώνει στη σακούλα «Χασάν». Ή όλο ο ίδιος τ’ αφήνει ή όλους στην Τουρκία τους λένε «Χασάν». Άνθρωποι του θεού είναι κι αυτοί. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουνε και την ίδια σκόνη αναπνέουνε. Οι δικοί μας το Σάββατο θα βγούνε έξω και θα πάνε για μπίρα, οι Τούρκοι μαζεύονται όλοι στο σπίτι ενός, πίνουν τσάι και συζητάνε. Το ξέρω που στο λέω γιατί είμαι φιλενάδα με την Αΐσα. Έναν Χασάν παντρεύτηκε κι αυτή. Με κάλεσε στο σπιτικό τους. Έβγαλα τα παπούτσια μου έξω από την πόρτα, δεν μπαίνεις στο σπίτι μουσουλμάνου με παπούτσια, και με πήρε γρήγορα στην κουζίνα. Οι άντρες στο σαλόνι και εμείς οι γυναίκες στην κουζίνα, μην μας δουν οι άντρες. Η Αΐσα είναι πολύ καλό κορίτσι. Και μαγειρεύει πολύ ωραία. Αλλά τι να πούμε οι δυο μας, που δεν ξέρει η μια τη γλώσσα της άλλης. Ντολμαδάκια, μελιτζάνα, γιαούρτι. Αυτά τα καταλαβαίναμε και οι δυο. Το κοτόπουλο το λένε «ταβούκ». Τρώνε πολύ ταβούκ οι Τούρκοι. Και αρνάκι. Εδώ στα μαγαζιά πουλάνε αρνάκια κατεψυγμένα. Το μαγειρεύω συχνά, αρέσει στον Θόδωρο, και του το φτιάχνω με πατατούλες στο φούρνο.

Αχ, και τι δεν θα ‘δινα να ‘βαζα το ταψί στον ξυλόφουρνο που έχουμε στο χωριό μας. Με τα ξερόκλαδα να σιγοκαίγονται και να πυρώνουν τα κούτσουρα και να τσιτσιρίζει το αρνάκι στη φωτιά. Όμως, δεν πρέπει να έχω παράπονο αδελφή μου. Είμαστε καλά. Κι ο Θόδωρος με φροντίζει και με αγαπάει. Αυτό να πεις στη μάνα. Ότι με φροντίζει και με αγαπά.

Να μου φιλήσεις τον Δημητρό και τα παιδιά. Και τα χέρια της μάνας.

Η αδελφή σου.

ΚΕΙΜΕΝΑ

Αγαπημένη μου αδελφή Άννα…

Εικόνα

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s